Καλέστε Τώρα

Αποκατάσταση Συγγενούς Βλεφαρόπτωσης

H βλεφαρόπτωση είναι η κατάσταση εκείνη κατά την οποία το ένα ή και τα δύο άνω βλέφαρα βρίσκονται σε θέση χαμηλότερη από τη φυσιολογική όταν και τα δύο μάτια είναι ανοικτά. Η βλεφαρόπτωση που παρατηρείται από τη γέννηση είναι αρκετά συχνή μιας και αφορά 1 στα 800 νεογνά και ονομάζεται συγγενής βλεφαρόπτωση. Η βλεφαρόπτωση που εμφανίζεται αργότερα στη ζωή ονομάζεται επίκτητη. Η συγγενής βλεφαρόπτωση οφείλεται συνήθως στην αδυναμία του ανελκτήρα του άνω βλεφάρου ή και του νεύρου που νευρώνει τον μυ αυτό, και μπορεί να αφορά το ένα ή και τα δύο μάτια. Μολονότι η μικρού βαθμού βλεφαρόπτωση συνήθως δεν επηρεάζει την ομαλή ανάπτυξη της όρασης του παιδιού, η μέτριου ή σοβαρού βαθμού βλεφαρόπτωση μπορεί να οδηγήσει σε σημαντικά προβλήματα όπως π.χ. την ανάπτυξη της αμβλυωπίας, δηλαδή στην μειωμένη όραση στο ένα ή και στα δύο μάτια η οποία και θα το συνοδεύει για το υπόλοιπο της ζωής του. Η διάγνωση τίθεται από τον παιδοφθαλμίατρο όταν οι γονείς δουν ότι το μωρό δεν μπορεί να ανοίξει τα μάτια του το ίδιο ή όταν υπάρχει ασυμμετρία ανάμεσα στον αριστερό και τον δεξί οφθαλμό όταν το μωρό προσπαθεί να ανοίξει τα βλέφαρά του. Μπορεί επίσης, να παρατηρηθεί και μία σχετική ρυτίδωση του μετώπου πάνω από το μάτι όπου παρατηρείται η συγγενής βλεφαρόπτωση. Αυτό οφείλεται στην προσπάθεια που καταβάλλει ο μετωπιαίος μυς να βοηθήσει στη διάνοιξη των βλεφάρων όταν ο ανελκτήρας των άνω βλεφάρων είναι ατροφικός και δεν λειτουργεί σωστά.

Προκαλείται δηλαδή μία αντισταθμιστική σύσπαση του μετωπιαίου μυός προκειμένου  να ανορθωθεί το πτωτικό βλέφαρο.

 

Στην περίπτωση όπου η πτώση του άνω βλεφάρου είναι σημαντική και θα δημιουργήσει προβλήματα στην ανάπτυξη της όρασης του παιδιού τότε συνίσταται η χειρουργική διόρθωση της βλεφαρόπτωσης.

Υπάρχουν διάφορες μέθοδοι χειρουργικής αποκατάστασης. Η επιλογή της κατάλληλης εξαρτάται από τη λειτουργία του ανελκτήρα του άνω βλεφάρου και το μέγεθος της συγγενούς πτώσης του βλεφάρου.

Έτσι, σε περίπτωση όπου υπάρχει ικανοποιητική σχετικά λειτουργία του ανελκτήρα μυός του άνω βλεφάρου τότε ο χειρουργός προτείνει την «ενδυνάμωση» του μυός με εκτομή τμήματος του μυός αυτού (levator resection). Κατά αυτόν τον τρόπο, ο μυς βραχύνεται και αυξάνεται η τάση του μυός αυτού όταν συσπάται με αποτέλεσμα να επιτυγχάνεται η ανόρθωση του άνω βλεφάρου.

 Όταν, από την άλλη υπάρχει μεγάλη βλεφαρόπτωση (που καλύπτει τον οπτικό άξονα του ματιού) και ελάχιστη λειτουργικότητα του ανελκτήρα μυός του βλεφάρου, η παραπάνω χειρουργική επέμβαση αντενδείκνυται και τότε ο χειρουργός προτείνει τη χρήση του μετωπιαίου μυός προκειμένου να ανορθωθεί το πτωτικό βλέφαρο. Η σύνδεση αυτή μεταξύ του πτωτικού βλεφάρου και του μετωπιαίου μυός γίνεται με τη χρήση μοσχευμάτων συνθετικών ή αυτόλογων (frontalis sling procedure). Σε ορισμένες περιπτώσεις, η σύνδεση αυτή μπορεί να γίνει και άμεσα μετά από κινητοποίηση και συρραφή του μυός με τον ταρσό του άνω βλεφάρου, ανάλογα με την περίπτωση και την προτίμηση του χειρουργού. Οι επεμβάσεις αυτές είναι καλά ανεκτές από το παιδί και δεν απαιτούν την εισαγωγή του παιδιού στο νοσοκομείο.

Προεγχειρητικός Έλεγχος

Κατά τη διάρκεια του προεγχειρητικού ελέγχου, θα γίνει ενδελεχής οφθαλμολογικός έλεγχος όπου και θα καθοριστεί το μέγεθος της βλεφαρόπτωσης, ο βαθμός λειτουργικότητας του ανελκτήρα του άνω βλεφάρου, ο βαθμός στον οποίο το παιδί χρησιμοποιεί τον μετωπιαίο μυ αντισταθμιστικά. Επίσης, θα καθοριστεί εάν έχει αναπτυχθεί αμβλυωπία και το μέγεθος αυτής καθώς και εάν υπάρχει ή όχι ανώμαλη θέση της κεφαλής του παιδιού (συνήθως με το πηγούνι προς τα πάνω προκειμένου να αντισταθμίσει τη βλεφαρόπτωση).

Στη συνέχεια, ο χειρουργός θα συζητήσει με τους γονείς το χειρουργικό πλάνο καθώς και τα προτερήματα και τα μειονεκτήματά του.

Επιπλοκές

Το μετεγχειρητικό αποτέλεσμα των παραπάνω επεμβάσεων κρίνεται γενικά ικανοποιητικό. Ο γονέας πρέπει να γνωρίζει  ότι η επέμβαση της βλεφαρόπτωσης μπορεί να χρειαστεί να επαναληφθεί. Αυτό εξαρτάται από την ηλικία του ασθενούς κυρίως, ειδικά όταν η επέμβαση γίνει όταν το παιδί είναι μικρής ηλικίας (<των 3-4 ετών). Ο λόγος είναι ότι το πρόσωπο του παιδιού αναπτύσσεται ραγδαία και το μόσχευμα δεν επαρκεί για την ανόρθωση του βλεφάρου. Αυτός είναι και ο λόγος όπου η ανόρθωση του άνω βλεφάρου προτιμάται να γίνεται μετά την ηλικία των 6 ετών , ΟΤΑΝ ΔΕΝ ΕΠΗΡΡΕΑΖΕΙ την ομαλή ανάπτυξη της όρασης του παιδιού.

Επίσης, από αισθητικής άποψης, το αποτέλεσμα δεν είναι ικανοποιητικό. Το παιδί δεν θα έχει την ικανότητα να ανοιγοκλείσει τα βλέφαρά του και υπάρχει κίνδυνος να εμφανιστεί ξηρότητα στον κερατοειδή χιτώνα του οφθαλμού, η οποία εάν δεν προληφθεί με την χρήση σταγόνων τεχνητών δακρύων και οφθαλμικών αλοιφών, θα οδηγήσει σε έλκη του κερατοειδούς, ακόμα και διάτρηση με καταστροφικές συνέπειες για την όραση του παιδιού. Για το λόγο αυτό, χρειάζονται από τη μεριά των γονιών πολύ συχνές επισκέψεις στον παιδοφθαλμίατρο προκειμένου να ελέγχεται ανά τακτά χρονικά διαστήματα η επιφάνεια του κερατοειδούς για ξηροφθαλμία.

Άλλες επιπλοκές αποτελούν η δημιουργία κοκκιώματος, αντίδραση ξένου σώματος και φλεγμονή, απόρριψη του μοσχεύματος, και μόλυνση.

Γιατί να επιλέξω την Δρ. Αδαμοπούλου;

Η παιδοφθαλμίατρος έχει εξειδικευθεί στην αντιμετώπιση των οφθαλμικών προβλημάτων των παιδιών, λαμβάνοντας υπόψη τις ιδιαιτερότητες της παιδικής οφθαλμολογίας και τις ειδικές ανάγκες των μικρών ασθενών. Επιπλέον, διαθέτει την εξειδίκευση και την εμπειρία για να επικοινωνεί αποτελεσματικά με τα παιδιά και να διεξάγει εξετάσεις με ευαισθησία και κατανόηση. Η επίσκεψη στην κυρία Αδαμοπούλου, παρέχει στους γονείς τη βεβαιότητα ότι η όραση και η υγεία των παιδιών τους βρίσκονται σε καλά χέρια.

Μετεγχειρητική Πορεία

Ο πρώτος μετεγχειρητικός έλεγχος γίνεται μία μέρα μετά από την επέμβαση. Στον γονέα δίνεται αντιβιοτική αλοιφή για τοπική εφαρμογή στις τομές και σε επιλεγμένες περιπτώσεις μπορεί να χρειαστεί να χορηγηθεί αντιβίωση μέσω του στόματος προκειμένου να αποφευχθεί η επιμόλυνση. Επίσης, τονίζεται η χρήση άφθονων τεχνητών δακρύων και οφθαλμικών αλοιφών προκειμένου να αποφευχθεί η ανάπτυξη της ξηροφθαλμίας που προαναφέραμε. Στη συνέχεια, ο ασθενής επανεξετάζεται μετά από μία εβδομάδα και από εκεί και μετά ο χειρουργός θα αποφασίσει πόσο συχνά θα γίνεται ο επανέλεγχος. Ο χρόνος ανάρρωσης είναι πολύ σύντομος και το παιδί μπορεί να επιστρέψει στις δραστηριότητες του μετά από σχετικά σύντομο χρονικό διάστημα (2 εβδομάδες).

Σημαντική Συμβουλή:

Οι πληροφορίες που θα βρείτε στα κείμενά μας αν και έγκυρες,
σε καμία περίπτωση δεν μπορούν να αντικαταστήσουν την εξατομικευμένη διάγνωση.

Εάν αντιμετωπίζετε το οποιαδήποτε πρόβλημα,
μη διστάσετε να επικοινωνήσετε με την παιδο-οφθαλμίατρο
Χρυσαυγή Αδαμοπούλου.

Φόρμα Επικοινωνίας

ΕΛ | EN

Τα Νέα Μας